LUX INTELLIGIBILIS
Investigación sobre la metafísica
de la luz de los griegos
«Η ανακάλυψη της φωτεινότητας των πραγμάτων αποτελεί μεγάλη αξία των Ελλήνων. Εμβαθύνοντας σε αυτή την ανακάλυψη, έφτασαν σε μια μεταφυσική του φωτός. Μπόρεσαν να το επιτύχουν, επειδή θεωρούσαν τον κόσμο αισθητό σημείο μιας ανώτερης πραγματικότητας που βρίσκεται επέκεινα, και επομένως έβλεπαν ό,τι συλλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων ως οδό προς το νοητό.»
Το κείμενο που προσφέρει ο παρών τόμος του Lux intelligibilis συνελήφθη από τον Werner Beierwaltes ως διατριβή για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου στη φιλοσοφία. Η έρευνά του ξεκινά αναγνωρίζοντας τη συμβολική λειτουργία του φωτός στα κεντρικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας. Η ανάλυση περιστρέφεται γύρω από τη θεοφάνεια, δηλαδή τη θεία φανέρωση μέσω των φωτεινών εικόνων, για να εμβαθύνει στη συνέχεια σε μια μεταφυσική με αφετηρία την πλατωνική προοπτική της νοητότητας του φωτός. Πρόκειται για ένα προγραμματικό έργο που παρουσιάζει στην αρχική τους μορφή εκείνα τα θέματα τα οποία ο συγγραφέας θα αναπτύξει αργότερα σε όλη την πορεία της ακαδημαϊκής του δραστηριότητας και του συγγραφικού του έργου. Ο Beierwaltes ξεκινά έτσι τη διαδρομή του στα κεντρικά θέματα της νεοπλατωνικής πρόσληψης και σκέψης, την οποία θα συνεχίσει με μορφές του διαμετρήματος του Εριουγένη, του Έκχαρτ και του Νικολάου Κουζάνου.
Το Lux intelligibilis, σήμερα σπάνιο βιβλίο στη μοναδική του έκδοση στα γερμανικά, εκδίδεται εδώ για πρώτη φορά σε άλλη γλώσσα. Η ακριβής αυτή μετάφραση του Tadeo Lima, με την προσεκτική επιμέλεια των ελληνικών και του σημειωματικού υπομνηματισμού από τον Ezequiel Ludueña, συνοδεύεται από μια Εισαγωγή της Claudia D’ Amico στο πρόσωπο και το έργο του Werner Beierwaltes και από μια πολύτιμη Προκαταρκτική μελέτη του Enrico Peroli, οι οποίες επιτρέπουν να γίνει ορατή η τεράστια συμβολή του πρωτότυπου κειμένου.
Σύντομο βιογραφικό του Werner Beierwaltes και του έργου του
Η μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας μπορεί να νοηθεί ως έργο αρχαιοδίφη. Όπως μελετά κανείς ένα μουσειακό έκθεμα, έτσι ξαναδιαβάζονται κείμενα από τα οποία μας χωρίζουν αρκετοί αιώνες. Μια άλλη δυνατότητα είναι να παραβλέψουμε το πλαίσιό τους και να σταθούμε απλώς στα επιχειρήματα, εφόσον μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ορθολογικά και εφόσον εγείρουν κάποια αντιπαράθεση με τη σημερινή φιλοσοφία. Χωρίς να υποτιμούμε αυτές τις προοπτικές, υπάρχει ένας τρόπος να γίνει η μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας φιλοσοφικό ζήτημα, ενταγμένο σε ένα πλαίσιο συζήτησης. Ο τρόπος αυτός επιδιώκει μια κριτική και γόνιμη οικειοποίηση μιας σκέψης άλλης εποχής, προσφέροντας επιπλέον κάτι για να σκεφτούμε. Υπό αυτή την έννοια, το να κάνει κανείς ιστορία της φιλοσοφίας σημαίνει να ασκεί ένα είδος φιλοσοφίας στο οποίο η σκέψη γνωρίζει τον εαυτό της μέσα στον χρόνο και αναγνωρίζει τον εαυτό της στο γίγνεσθαι εννοιών που προσλαμβάνουν νέες μορφές. Ο Werner Beierwaltes (1931-2019) εμπλούτισε το βλέμμα δεκάδων ιστορικών της φιλοσοφίας, χαρίζοντάς μας την τόλμη του φιλοσοφείν. Η ζωτικότητα που αναδύεται από τα κείμενά του αποκαλύπτει τον παλμό ενός φιλοσόφου που επιτελεί το έργο του προσεγγίζοντας τη φιλοσοφική παράδοση με βάση έννοιες που κατανοούνται από ιστορική σκοπιά. Το Εν, το πολλαπλό, η σχεσιακή ενότητα, η ταυτότητα, η διαφορά, η ετερότητα, η διαλεκτική, η άρνηση, η αναγωγή επανεξετάζονται στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης μιας φιλοσοφικής παράδοσης: της πλατωνικής παράδοσης. Η οδός που επιλέγεται δεν αποβλέπει στην παρουσίαση των στοχαστών και της εποχής τους, αλλά είναι μάλλον η οδός της ιστορίας των εννοιών. Αυτή η ερμηνευτική πράξη επί των εννοιών, η οποία δεν αποφεύγει ενίοτε την παραπομπή στη γκανταμεριανή έννοια του ορίζοντα, είναι για τον Beierwaltes η ίδια η πράξη της φιλοσοφίας.
Η πρώτη του εργασία, που εκπονήθηκε ως διδακτορική διατριβή τη δεκαετία του 1950, φέρει ήδη αυτή τη σφραγίδα: μια έννοια, Lux intelligibilis, και μια προοπτική στον υπότιτλό της: Untersuchungen zur Lichtmetaphysik der Griechen, έρευνες που καταδεικνύουν ότι διαμορφώθηκε στους Έλληνες αυτό που ονομάζει «μεταφυσική του φωτός»¹. Έκτοτε, σημαντικές μονογραφικές μελέτες, όλες θετικού χαρακτήρα, αναδεικνύουν τη σφραγίδα του έργου του: να παρουσιάσει μια συνέχεια που ξεκινά από τον Πλάτωνα και φθάνει, πρώτα αλλά όχι τελευταία, στους ύστερους αρχαίους συνεχιστές του, τους λεγόμενους «νεοπλατωνικούς». Σε αυτούς αφιερώνει δύο πρώτες θεμελιώδεις μελέτες: Proklos. Grundzüge seiner Metaphysik (Frankfurt, 1965), και Plotin. Über Ewigkeit und Zeit (Enneade III 7). Übersetzt, eingeleitet und kommentiert (Frankfurt,1967). Ωστόσο, η δύναμη της σκέψης του Beierwaltes έγκειται ακριβώς στο ότι δεν περατώνει την ιστορία του πλατωνισμού με τον νεοπλατωνισμό και με το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών από τον Ιουστινιανό το 529, αλλά οικοδομεί έναν πλατωνισμό που παρατείνεται και μετασχηματίζεται έως την αυγή της σύγχρονης σκέψης και πέρα από αυτήν. Η προοπτική του δεν είναι χρονολογική αλλά εννοιολογική. Η θέση αυτή, ασυνήθιστης ισχύος, βρίσκει την πρώτη της διατύπωση στο θεμελιώδες Platonismus und Idealismus (Frankfurt, 1972). Στο κείμενο αυτό παρουσιάζει τις δύο φιλοσοφικές παραδόσεις σε συνέχεια, καταδεικνύοντας ότι ο δεσμός τους δεν θα ήταν δυνατός χωρίς τους αναπροσδιορισμούς του χριστιανικού πλατωνισμού από συγγραφείς όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος ή ο Μάιστερ Έκχαρτ. Πολλές εργασίες ακολουθούν έκτοτε, ορισμένες συνολικού χαρακτήρα, άλλες για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα. Ο κατάλογος άρθρων, κεφαλαίων, βιβλίων και μεταφράσεων των βιβλίων του περιλαμβάνει περισσότερα από εκατό κείμενα. Θα περιοριστώ να αναφέρω εκείνα που, κατά τη γνώμη μου, φανερώνουν το πνεύμα που εμψυχώνει ολόκληρο το έργο του. Σε αυτόν τον παραδειγματικό κατάλογο δεν μπορεί να λείπει το Identität und Differenz. Zum Prinzip cusanischen Denkens (Frankfurt, 1980). Ο υπότιτλος του βιβλίου μπορεί να μας παραπλανήσει και να μας κάνει να πιστέψουμε ότι πρόκειται για μελέτη μόνο της σκέψης του Νικολάου Κουζάνου· ωστόσο, πρόκειται για ένα μνημειώδες σύγγραμμα στο οποίο ο Beierwaltes ανασυγκροτεί την ιστορία αυτών των εννοιών, της ταυτότητας και της διαφοράς, από τις ελληνικές τους εκφράσεις στον Πλάτωνα, τον Πρόκλο και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τη συνέχειά τους στον ύστερο αρχαίο λατινικό κόσμο, στον Μάριο Βικτωρίνο και τον Αυγουστίνο, στον ύστερο Μεσαίωνα, στον Μάιστερ Έκχαρτ, στο μεταίχμιο δύο εποχών με τις διατυπώσεις του Κουζάνου και του Νωλανού, Giordano Bruno, τον μετασχηματισμό τους στον Schelling και τον Hegel, για να καταλήξει στην ταυτότητα ως αρνητική διάκριση στον Adorno. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ένα είδος τελικού κεφαλαίου ή παραρτήματος, στο οποίο ο Beierwaltes αναλαμβάνει μια οξεία κριτική της χαϊντεγκεριανής εκδοχής της δυτικής μεταφυσικής ως λήθης του είναι. Ο ίδιος ο τίτλος του έργου παραπέμπει σε εκείνον του Heidegger, αλλά τώρα είναι ο Beierwaltes που καταγγέλλει τη χαϊντεγκεριανή λήθη: τη λήθη της ύστερης αρχαίας και μεσαιωνικής νεοπλατωνικής παράδοσης. Τα παραδείγματα που προσφέρει ο Beierwaltes εκτείνονται από το πλωτινικό Εν, θεωρούμενο επέκεινα του είναι, έως τις κουζανικές έννοιες του απολύτου ως idem, non aliud και possest, έννοιες που, αντί να αποκρύπτουν το είναι πίσω από ένα ον, το κατανοούν σε όλη του την καθαρότητα ως αρχή, μέσο και τέλος κάθε οντικής δυνατότητας. Αυτό το αληθινό αριστούργημα συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται με κείμενα, εξίσου θεμελιώδη, στα οποία επανέρχεται ειδικότερα σε ορισμένους συγγραφείς αυτής της παράδοσης, πάντοτε από την προοπτική της ιστορίας του πλατωνισμού: και πάλι δύο κείμενα για τον Νικόλαο Κουζάνο (Visio absoluta. Reflexion als Grundzug des göttlichen Prinzips bei Nicolaus Cusanus, in: Sitzungsberichte der Heidelberger Akademie der Wissenschaften,1978· Visio facialis. Sehen ins Angesicht. Zur Coincidenz des endlichen und unendlichen Blicks bei Cusanus, in: Sitzungsberichte der Bayerischen Akademie der Wissenschaften, 1988)· για τον Marsilio Ficino (Marsilio Ficinos Theorie des Schönen im Kontext des Platonismus, in: Sitzungsberichte der Heidelberger Akademie der Wissenschaften, 1980)· για τον Αυγουστίνο Ιππώνος (Regio beatitudinis. Zu Augustins Begriff des glücklichen Lebens, in: Sitzungsberichte der Heidelberger Akademie der Wissenschaften, 1981)· και αργότερα την απαραίτητη μονογραφία του για τη φιλοσοφία του Σκώτου Εριουγένη (Eriugena. Grundzüge seines Denkens, Frankfurt, 1994).
Ένα τρίτο έργο συνολικού χαρακτήρα αφορά αυτό που ίσως είναι η θεμελιώδης έννοια που αρθρώνει τη σκέψη του, το εν: Denken des Einen. Studien zum Neuplatonismus und dessen Wirkungsgeschichte (Frankfurt,1985). Η λεγόμενη «Wirkungsgeschichte», δηλαδή η ιστορία των επιδράσεων ή της επιρροής του νεοπλατωνισμού, εκτείνεται έως τον 20ό αιώνα. Και πάλι μια έννοια κατανοημένη σε περισσότερους ορίζοντες: το «εν» ως κλειδί της σχέσης ανάμεσα σε ταυτότητα και διαφορά, καθώς φαίνεται να νοείται, σε πρώτη φάση, σε σύνδεση με το πολλαπλό. Ακριβώς, κατά τον Beierwaltes, οφείλουμε στον Πλάτωνα και στον διάλογό του Παρμενίδης τη δυνατότητα να σκεφτούμε το εν χωρίς σχέση ούτε διαφορά, και οφείλουμε στις εξελίξεις του στον νεοπλατωνισμό μια νέα δυνατότητα: να σκεφτούμε τη διαφορά ως ανάπτυξη του ενός και να σκεφτούμε το ίδιο το εν όχι μόνο ως υπεράνω όλων αλλά και ως «μέσα μας». Και πάλι η δύναμη αυτών των ιδεών ανιχνεύεται στη σκέψη των χριστιανών συγγραφέων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης: του Διονυσίου, του Βοηθίου, του Εριουγένη, των στοχαστών της Σχολής της Σαρτρ του 12ου αιώνα, του Βοναβεντούρα, του Νικολάου Κουζάνου, του Marsilio Ficino, του Pico della Mirandola και του Giordano Bruno. Το βιβλίο κλείνει και πάλι με έναν στοχασμό για τη νεοπλατωνική παράδοση και την επικαιρότητά της, με αναφορές στους σημαντικότερους φιλοσόφους και στα σημαντικότερα προβλήματα του περασμένου αιώνα: επανεμφανίζονται ο Adorno και ο Heidegger, αλλά υπάρχουν επίσης νύξεις στους Peirce, Whitehead, Camus, Sartre, στη φιλοσοφία της τέχνης και στον σύγχρονο δογματισμό.
Βεβαίως, τα έργα που αναφέρθηκαν καταδεικνύουν ότι ο Beierwaltes θεωρεί πως ο πλατωνισμός δεν θα μπορούσε να επεκταθεί με αυτόν τον τρόπο χωρίς τον μετασχηματισμό ή τη μεταστοιχείωση που του προσέδωσε ο χριστιανισμός. Αυτή είναι η προοπτική του Platonismus im Christentum (Frankfurt, 1998), έργου που γράφτηκε κατόπιν αιτήματος του μεγάλου Giovanni Reale, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση όλων των βιβλίων του στην ιταλική γλώσσα, με εξαίρεση το πρώτο του έργο, τη διατριβή που παρουσιάζεται εδώ. Η μελέτη αυτή γεννιέται σε κριτικό διάλογο με το βιβλίο του Endre von Ivánka Plato Christianus. Η θέση του Beierwaltes δείχνει στην περίπτωση αυτή ότι δεν πρόκειται για τον εκχριστιανισμό του Πλάτωνα ή για την ανάδυση κάποιου πράγματος που θα άξιζε να ονομαστεί «χριστιανικός πλατωνισμός»· πρόκειται μάλλον για την αποτίμηση της παρουσίας του πλατωνισμού σε εκείνους τους χριστιανούς στοχαστές που οικοδόμησαν μια αληθινή «φιλοσοφική θεολογία». Έτσι, η φιλοσοφία και η θεολογία δεν παρουσιάζονται ως δύο αντίθετα που αλληλοαποκλείονται, αλλά μάλλον ως δύο κινήσεις που έχουν ένα και μοναδικό αντικείμενο, το απόλυτο. Η εργασία της χριστιανικής θεολογίας, η οποία επαναπροσδιορίζει το Εν-Θεό με σχεσιακούς και δυναμικούς όρους, καθιστώντας τον τριαδικό στην ενότητά του, πραγματοποιείται στον ορίζοντα της φιλοσοφίας. Ο πλατωνισμός στον χριστιανισμό είναι επίσης φιλοσοφία στη θεολογία και θεολογία στη φιλοσοφία, ως ένας ερμηνευτικός κύκλος που ανατροφοδοτείται.
Αξίζει να αναφερθούν δύο τελευταία βιβλία που δημοσιεύθηκαν την τελευταία δεκαετία της ζωής του στοχαστή μας: Fussnoten zu Plato (Frankfurt, 2011) και Catena Aurea. Plotin, Augustinus, Eriugena, Thomas, Cusanus (Frankfurt, 2017). Αμφότεροι οι τίτλοι είναι εύγλωττοι και περικλείουν το νόημα του συνόλου της παραγωγής του.
Στην εισαγωγή του Fussnoten zu Plato, δηλαδή «Υποσημειώσεις στον Πλάτωνα», ο ίδιος ο Beierwaltes επικαλείται το dictum του Whitehead από το οποίο εμπνέεται και σύμφωνα με το οποίο ολόκληρη η ευρωπαϊκή φιλοσοφία δεν θα ήταν παρά υποσημειώσεις στο έργο του Πλάτωνα. Πέρα από το ότι αυτό μπορεί και πρέπει να σχετικοποιηθεί —και, πράγματι, ο ίδιος ο Beierwaltes το κάνει, αναγνωρίζοντας επίσης τη συμβολή άλλων φιλοσοφικών παραδόσεων, όπως ο αριστοτελισμός, ο στωικισμός ή οι συνεισφορές περιεχομένων ίδιων του χριστιανισμού ή της αραβικής σκέψης— βρίσκει σε αυτό το dictum την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη δική του πορεία. Αξίζει να παραθέσουμε τα δικά του λόγια:
«Σε πολλά από τα βιβλία και τα δοκίμιά μου έχω πραγματευθεί τον πλούτο των προοπτικών στην ιστορία της επίδρασης (Wirkungsgeschichte) της πλατωνικής σκέψης, κυρίως στη νεοπλατωνική της μορφή, και την έχω εξετάσει ως προς την ενότητα και την εσωτερική της διαφορά. Πάντοτε συμπεριέλαβα σε αυτό το πεδίο φιλοσοφικού στοχασμού το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην ελληνική μεταφυσική και τη χριστιανική θεολογία, δηλαδή το ζήτημα του μετασχηματισμού και του επακόλουθου γόνιμου προσδιορισμού της φιλοσοφικής σκέψης και της διαφοράς ανάμεσα στο θεολογικό αποτέλεσμα και τις εννοιολογικές του καταβολές, καθώς και των ωθήσεων που απορρέουν από αυτό […] Ιδωμένες στο σύνολό τους, οι “Υποσημειώσεις στον Πλάτωνα” που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύουν τη “μεταμόρφωση” της γνήσια πλατωνικής φιλοσοφίας σε έναν νέο τρόπο σκέψης, ο οποίος ταυτόχρονα ζει ουσιωδώς από τις καταβολές του […] Οι “υποσημειώσεις” δεν εξαφανίζονται· απλώς αναφέρονται, ούτως ειπείν, κάτω από το κείμενο· μοιάζουν περισσότερο με “νάνους καθισμένους ή όρθιους πάνω στους ώμους γιγάντων”: είναι μικρότεροι από αυτούς, αλλά βλέπουν περισσότερα και μακρύτερα, συλλαμβάνουν και κατανοούν —ο καθένας μέσα στη “σειρά” με διαφορετικό και ατομικό τρόπο— την αρχική σκέψη. Διαθέτουν ένα δυναμικό στην ικανότητά τους να αναπτύσσονται, ενίοτε μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση και φρόνηση απ’ ό,τι θα μπορούσαν ποτέ οι “γίγαντες” λόγω της δικής τους ιστορικής θέσης. Ωστόσο, αυτό το κάθισμα ή η όρθια στάση των νάνων πάνω στους ώμους των γιγάντων δεν αντιστοιχεί σε μια αλαζονική αυτοπεποίθηση, αλλά είναι δώρο των καιρών».²
Τα διαφωτιστικά λόγια του Beierwaltes ισχύουν όχι μόνο για τους στοχαστές με τους οποίους ασχολήθηκε και οι οποίοι συγκροτούν ένα είδος catena aurea, ένα αόρατο νήμα ή χρυσή αλυσίδα που τους ενώνει μέσα στην ιστορία, αλλά ισχύουν επίσης για να αποτιμήσουμε τη δική του φιλοσοφία ως μέρος αυτής της αλυσίδας και ως δώρο που προσφέρει στην εποχή μας από τους ώμους εκείνων των γιγάντων.
Αξίζει να προστεθεί ότι η ακαδημαϊκή πορεία του Beierwaltes αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της διδασκαλίας του στα πανεπιστήμια του Würzburg, του Münster, του Freiburg και του München. Έτσι, εμπλούτισε τις έρευνές του με τη δραστηριότητά του ως καθηγητή, μια ευκαιρία, ίσως από τις υψηλότερες, να δοκιμάζει τις θέσεις του σκεπτόμενος ενώ μεταδίδει τα αποτελέσματα της έρευνάς του. Το 1996 αναγορεύθηκε, επιπλέον, επίτιμος διδάκτωρ (Doctor Honoris Causa) του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ελλάδα). Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Στην ισπανική γλώσσα διαθέτουμε έως τώρα δύο από τα κείμενά του: Cusanus. Reflexión metafísica y Espiritualidad (Pamplona, 2005), που συγκεντρώνει τις μελέτες του για τη σκέψη του Νικολάου Κουζάνου, και Eriúgena. Rasgos fundamentales de su pensamiento, που μεταφράζει το ομώνυμο έργο (Pamplona, 2009).
Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω ότι είχα την ευκαιρία να ακούσω προσωπικά τον Beierwaltes στο πλαίσιο αρκετών συνεδρίων της Cusanus-Gesellschaft. Η πολυμάθεια και η σοφία του συμβάδιζαν με την προσηνή του φύση και τη γενναιόδωρη διάθεσή του απέναντι στους νέους ερευνητές. Είχα επίσης την ευκαιρία να τον ακούσω να παίζει εκκλησιαστικό όργανο: ήταν εξαιρετικός πιανίστας, που έβρισκε στην τέχνη, όχι μόνο μέσω του θεωρητικού του στοχασμού αλλά και μέσω της πράξης του, μια οδό ανόδου προς το απόλυτο, για την ύπαρξη του οποίου δεν αμφέβαλλε.
Θα ήθελα να κλείσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση με μια τελευταία αναφορά που παραθέτει ο Giovanni Reale στην «Εισαγωγή» της ιταλικής μετάφρασης του Denken des Einen και η οποία φανερώνει τη βιωματική του δέσμευση στη φιλοσοφία. Αφηγείται ότι, όταν του πρότεινε να αποδοθεί ο τίτλος του έργου στα ιταλικά ως Pensiero dell’ Uno, ο Beierwaltes επέμεινε να αλλάξει σε Pensare l’ Uno. Ο τίτλος, όπως τον είχε συλλάβει, έπρεπε να γίνεται αισθητός ως ένα είδος προτροπής: Πρέπει να σκεφτούμε το Εν! Αυτό ήταν για τον Beierwaltes το απαραίτητο έργο που όφειλε να απασχολεί κάθε άνθρωπο: να σκέφτεται και να πραγματώνει την ενότητα σε όλα τα πεδία.³ Η ζωή και το έργο του αποτελούν πρόσκληση να το πραγματώσουμε.
Claudia D’Amico
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας· Τακτική Καθηγήτρια Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας στο Universidad de Buenos Aires και στο Universidad Nacional de La Plata· Κύρια Ερευνήτρια, CONICET, Αργεντινή.
__________________________
¹ Δεν θα ασχοληθώ εδώ με το περιεχόμενό του, καθώς ο Δρ Enrico Peroli θα το αναπτύξει στην ειδική Εισαγωγή αυτού του βιβλίου.
² W. Beierwaltes, Fussnoten zu Plato, Frankfurt am Main, Klostermann, 2011, Vorbemerkung, S. VIII-IX (δική μου μετάφραση).
³ Πρβλ. G. Reale, «Introduzione», στο Pensare l’ Uno, Milano, Vita e Pensiero, 1991, σ. 20.
Lux intelligibilis: investigación sobre la metafísica de la luz de los griegos
/ Werner Beierwaltes. – 1a ed – Ciudad Autónoma de Buenos Aires :
Agape Libros, 2024.
280 p. ; 22 x 15 cm.
ISBN 978-987-640-734-2
1. Filosofía Clásica. I. Lima, Tadeo, trad. II. Título.
CDD 193
© Agape Libros, 2024
© Ίδρυμα Areopagiticum, 2024
frontdesk@areopagiticum.org – https://areopagiticum.org/
ISBN: 978-987-640-734-2
Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο: Tadeo Lima
Αναθεώρηση της μετάφρασης, ελληνικά παραθέματα και επιστημονικές σημειώσεις: Ezequiel Ludueña
Σχεδιασμός εξωφύλλου: María Julia Irulegui
Σελιδοποίηση: Εκδοτική Ομάδα Agape
Εικονογράφηση εξωφύλλου: Sol invictus © Gustavo A. Riesgo για το Ίδρυμα Areopagiticum


