Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και η Κληρονομιά του
Προνομιακός Σύνδεσμος
Μεταξύ Ανατολής και Δύσης και Μεταξύ Νεοπλατωνισμού και Χριστιανισμού
Νεοπλατωνισμός
Corpus Dionysiacum
Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες
Νεοπλατωνισμός
Ο όρος νεοπλατωνισμός αναφέρεται σε ρεύματα σκέψης που μοιράζονται έναν ορισμένο τρόπο πρόσληψης και παρεμβατικής επανανάγνωσης ή μερικής αναζωογόνησης της πλατωνικής κληρονομιάς. Ως ιστοριογραφική κατηγορία —που επινοήθηκε τον 19ο αιώνα— περιλαμβάνει διάφορες στιγμές της ιστορίας της φιλοσοφίας στις οποίες εκδηλώνεται αυτή η ιδιαίτερη μορφή πλατωνισμού.
Ο κλασικός νεοπλατωνισμός εμφανίστηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο πλαίσιο του ελληνιστικού πολιτισμού του 3ου αιώνα, ως μια νέα εκδοχή της πλατωνικής φιλοσοφίας, ως συνέπεια της παρακμής της σκέψης με υλιστική ή σωματοκρατική βάση, όπως ο επικουρεισμός και ο στωικισμός. Ως ιδρυτής του νεοπλατωνισμού μπορεί να θεωρηθεί ο Αμμώνιος Σακκάς, ωστόσο από τον μαθητή του Πλωτίνο και έπειτα ο νεοπλατωνισμός έγινε το κυρίαρχο φιλοσοφικό ρεύμα της εποχής. Η θεώρησή του προσέφερε μια συνολική κατανόηση του σύμπαντος και της θέσης του ανθρώπου μέσα σε αυτό. Στον νεοπλατωνισμό μετά τον Πλωτίνο μπορούν να διακριθούν τρεις διαφορετικές φάσεις: το συστηματικό έργο του μαθητή του Πορφυρίου· η ιερατική στροφή του Ιαμβλίχου και της σχολής του στη Συρία· και η άνθηση των Ακαδημιών της Αλεξάνδρειας και των Αθηνών τον 5ο και τον 6ο αιώνα, πριν από το κλείσιμό τους από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Από αυτή την τελευταία περίοδο αξίζει να επισημανθεί η σημασία του διαδόχου Πρόκλου, λόγω της επίδρασης που ασκούν η βιογραφία του και η πρόσληψη των έργων του, καθώς και του Δαμασκίου ως τελευταίου σχολάρχη.
Οι φιλόσοφοι αυτοί εκπροσωπούν ένα ρεύμα σκέψης το οποίο, αν και επηρεάστηκε έντονα από τον Πλάτωνα, δεν επιδιώκει μια αυστηρή επιστροφή στα έργα του και μάλιστα αποστασιοποιείται από ορισμένες θέσεις του. Υπό αυτή την έννοια, ως προς τη σχέση εμμένειας-υπερβατικότητας —και σε αντίθεση με δυϊστικές ερμηνείες της σκέψης του Πλάτωνα—, ο νεοπλατωνισμός υποστηρίζει κατά βάση ότι ολόκληρη η πραγματικότητα απορρέει από μία και μοναδική αρχή, το Ένα, η οποία επιπλέον προσδίδει έλλογη τάξη στον κόσμο. Για τον νεοπλατωνισμό είναι δυνατή μια καθολική γνώση, της οποίας μέρος αποτελεί όχι μόνο ο λόγος αλλά και η μυστική εμπειρία, από την οποία προκύπτει η διδασκαλία του περί θέωσης, της επιστροφής στο Ένα. Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και το Corpus του εντάσσονται πλήρως στις συντεταγμένες της νεοπλατωνικής σκέψης, αλλά σε χριστιανικό, μη συγκρητιστικό κλειδί.
Οι εξειδικευμένες μελέτες έχουν αναδείξει τη σημασία της νεοπλατωνικής επίδρασης όχι μόνο στον αναγεννησιακό ουμανισμό, αλλά και στον ιδεαλισμό, στον ουνιβερσαλισμό και σε σύγχρονα ρεύματα πνευματικότητας.
Corpus Dionysiacum
Το Corpus Areopagiticum ή Corpus Dionysiacum (CD) αποτελείται από τέσσερις πραγματείες και δέκα επιστολές (που αναφέρονται με αριθμό). Οι πραγματείες, που παραδόθηκαν ως χειρόγραφα στα ελληνικά, είναι ευρέως γνωστές με τους λατινικούς τους τίτλους. Κατά τη σειρά της πρόσληψής τους είναι: De caelesti hierarchia (CH), De ecclesiastica hierarchia (EH), De divinis nominibus (DN) και De mystica theologia (MT).
Πολλοί μελετητές διαφωνούν ακόμη σχετικά με την πραγματική σειρά σύνθεσης και την αλληλεξάρτηση των κειμένων. Μια ερμηνευτική γραμμή κλίνει προς την ιδιαίτερη διάκριση του DN από τα υπόλοιπα, ενώ μια άλλη συνδέει τη MT με αυτό, διαχωρίζοντάς τα ταυτόχρονα από την CH και την EH, οι οποίες και στις δύο περιπτώσεις παραμένουν πάντοτε συνδεδεμένες.
Το CD είναι ένα έργο γραφής τόσο ιδιαίτερης και τόσο σύντομης, όσο και πυκνής και σκοτεινής. Δεδομένης της απουσίας μιας ακριβούς βιογραφίας του συγγραφέα του Corpus –πέρα από τις εικασίες σχετικά με την ταυτότητά του–, η σχέση με τις πηγές του εξαρτάται από μια ισχυρή τεκμηρίωση της σύνδεσης μέσω διασταυρούμενων παραπομπών, συσχέτισης δομής, λόγου και, κυρίως, μορφοσύνταξης των κειμένων. Ως προς τα τελευταία, αξίζει να επισημανθεί η σημασία των πρόσφατων κριτικών εκδόσεων των Suchla και Heil-Ritter και, δευτερευόντως, η συλλογή λατινικών μεταφράσεων του Chevallier, καθώς και η φιλολογική αξία των ισπανικών μεταφράσεων του Cavallero, οι οποίες προσφέρουν μια πιο κατά λέξη απόδοση και ένα εξαιρετικό γλωσσικό υπόμνημα.
Η Suchla ορίζει το CD ως a self-contained collection of treatises and letters. Για να σχηματίσει κανείς μια εικόνα των φυσικών του διαστάσεων: με απλή γραμματοσειρά και κανονικό διάστιχο, μια πλήρης έκδοση χωρίς υπόμνημα και παραπομπές μόλις φτάνει τις διακόσιες σελίδες (περίπου 6.300 γραμμές). Στον παρισινό κώδικα πρόκειται για ακριβώς 216 φύλλα περγαμηνής. Οι πραγματείες, που αποτελούν σχεδόν το σύνολο του CD, αφού αντιστοιχούν στο ενενήντα τοις εκατό, ανήκουν στο λογοτεχνικό είδος του ελληνικού διαλόγου, με αφιέρωση στον συνομιλητή. Οι επιστολές, παραδόξως για κάποιον που θα επεδίωκε μια οιονεί αποστολική «πλαστοπροσωπία» απευθύνοντάς τες σε μαθητές του 1ου αιώνα, δεν ακολουθούν –με εξαίρεση την Επιστολή X– τον κανόνα του εναρκτήριου χαιρετισμού, του κυρίως σώματος και της καταληκτικής δοξολογίας της ευαγγελικής επιστολής, αλλά τη λογοτεχνική μορφή της αλληλογραφίας της ελληνικής παράδοσης.
Το ειδικό βάρος της MT στο διονυσιακό σύστημα είναι τεράστιο, αν ληφθεί υπόψη ότι αποτελείται από ελάχιστες μόνο σελίδες –το τρία τοις εκατό του συνόλου του Corpus. Όσον αφορά την εκτενέστερη πραγματεία του CD, με θέμα τα θεία ονόματα, ο Dillon την έχει ήδη παρουσιάσει ως μια συζήτηση εδραιωμένη στην αρχαία φιλοσοφία, την οποία ανέλαβε ο Πλάτων σε δύο έργα του –Cratylus και Parmenides–, και από το τελευταίο την παραλαμβάνει ο Πρόκλος, όπως και ο Διονύσιος . Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Louth , η πρόθεση του συγγραφέα του Corpus διαφέρει από εκείνη των προκατόχων του: πρόκειται για την τακτική έκθεση των θείων ονομάτων που φανερώνουν την αιτιότητα του Θεού σε σχέση με τα κτίσματα.
Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες
Οι Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες (Digital Humanities, DH) είναι ένα διεπιστημονικό πεδίο που συνδυάζει τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων με παραδοσιακές μεθόδους και προσεγγίσεις των ανθρωπιστικών επιστημών.
Κεντρικός στόχος των DH είναι η ανάλυση, η ερμηνεία, η διατήρηση και η διάδοση της γνώσης που σχετίζεται με τις κοινωνικές επιστήμες και με κλάδους όπως η λογοτεχνία, η γλωσσολογία, η φιλοσοφία και η τέχνη, με τη χρήση τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η εξόρυξη δεδομένων, η ανάλυση δικτύων, η οπτικοποίηση δεδομένων, οι διαδραστικές βάσεις δεδομένων, μεταξύ άλλων.
Η προσέγγιση αυτή μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ερευνούμε και διδάσκουμε στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών. Εκτός από το ότι ανοίγει νέες ερευνητικές κατευθύνσεις, επιτρέπει τη διερεύνηση ερωτημάτων που προηγουμένως ήταν απρόσιτα ή δύσκολα διερευνήσιμα με τα παραδοσιακά εργαλεία.
Η ερευνητική κοινότητα θεωρεί τον Roberto Busa θεμελιωτή των DH. Κατά τη δεκαετία του 1940, ο Ιταλός αυτός Ιησουίτης χρησιμοποίησε υπολογιστικές τεχνικές για τη λημματοποίηση των έργων του Θωμά Ακινάτη. Η εργασία του κατέληξε αργότερα στο γνωστό Corpus Thomisticum. Ήδη από τότε, η εργασία με γλωσσικά σώματα κειμένων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς των Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών.
Οι DH έχουν αποκτήσει παγκόσμια σημασία κατά την τελευταία δεκαετία για διάφορους λόγους. Νέες μορφές έρευνας και ανάλυσης: Οι ψηφιακές τεχνολογίες επιτρέπουν στους ακαδημαϊκούς να πραγματοποιούν αναλύσεις μεγάλης κλίμακας σε κείμενα, εικόνες και ιστορικά δεδομένα. Για παράδειγμα, η ανάλυση κοινωνικών δικτύων σε ιστορικό πλαίσιο ή η επεξεργασία μεγάλων λογοτεχνικών σωμάτων κειμένων διευκολύνει ανακαλύψεις που ήταν αδύνατες με χειρωνακτικές μεθόδους. Πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά και διατήρησή της: Η ψηφιοποίηση ιστορικών αρχείων και μουσειακών συλλογών, σε συνδυασμό με εργαλεία ψηφιακής διατήρησης, εξασφαλίζει την πρόσβαση σε εύθραυστο ή διάσπαρτο υλικό. Αυτό έχει μεταμορφώσει την έρευνα σε πεδία όπως η ιστορία της τέχνης, η αρχαιολογία και οι λογοτεχνικές σπουδές, διευκολύνοντας την πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές και τη διατήρησή τους. Εκδημοκρατισμός της γνώσης: Οι Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες δεν εξυπηρετούν μόνο την ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά διευρύνουν επίσης την πρόσβαση στη γνώση για το ευρύ κοινό. Ψηφιακά εργαλεία όπως οι πλατφόρμες ανοιχτής μάθησης και οι ψηφιακές βιβλιοθήκες προάγουν την ελεύθερη πρόσβαση σε ακαδημαϊκό υλικό και ιστορικούς πόρους.
Σχετικά με τον Διονύσιο
Ο Διονύσιος –που για ένα διάστημα αποκαλούνταν «Ψευδο-Διονύσιος» ή «ο ψευδο-Αρεοπαγίτης» – αποτελεί, για πολλούς λόγους, μια μοναδική εξαίρεση στην ιστορία της φιλοσοφίας και της θεολογίας. Σύμφωνα με τις σημερινές γνώσεις, το αρχαιότερο διαθέσιμο ίχνος των έργων του βρίσκεται σε τρία σύντομα παραθέματα του Σεβήρου Αντιοχείας. Δύο στην πολεμική του κατά του Ιουλιανού Αλικαρνασσού και το τελευταίο στην τρίτη επιστολή του προς τον Ιωάννη τον Ηγούμενο. Ο Σεβήρος κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο από το 512 έως το 518, αλλά η ακριβής χρονολόγηση της αλληλογραφίας του διαφέρει ανάλογα με τις πηγές. Παραθέματα του Διονυσίου εμφανίζονται επίσης σε χρονολογίες ενδιάμεσες του εύρους που υποτίθεται για αυτά τα τρία: στα ίδια συριακά κείμενα του Σεβήρου, επίσης από τη δική του πλευρά στη Σύνοδο της Τύρου (513) και στο Υπόμνημα στην Αποκάλυψη του Ανδρέα Καισαρείας (περ. 520).
Η πρώτη αναφορά που φανερώνει την ύπαρξη ενός Corpus Dionysiacum στη χριστιανική Ανατολή εμφανίζεται με εντελώς συμπτωματικό τρόπο. Παρατίθεται στην επιστολή απάντησης των μονοφυσιτών –ακριβώς οπαδών του Σεβήρου– προς τη σύγκληση της Collatio cum Severianis από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) το έτος 532. Η συνάντηση επιδιώκει να είναι συμφιλιωτική και καλεί σε δημόσια συζήτηση το 533, γνωστή ως Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα παραθέματα από το CD παρουσιάζονται ως γραπτά των οποίων τα πρωτότυπα θα ανάγονταν στον 1ο αιώνα και συγγραφέας τους δεν θα ήταν άλλος από τον Διονύσιο που προσηλυτίστηκε από τον Παύλο τον Ταρσέα με τον λόγο του στον Άρειο Πάγο. Μέσα στη διαμάχη που βρισκόταν σε εξέλιξη, μια τέτοια απόδειξη θα προσέδιδε οιονεί κανονικό κύρος, τουλάχιστον σε ένα μέρος των τεκμηρίων που προσκόμιζαν οι μονοφυσίτες υπέρ της θέσης τους.
Τα γραπτά αυτά προκάλεσαν άμεσες υποψίες στους ορθοδόξους που έμεναν πιστοί στη Χαλκηδόνα . Διερωτώνται: γιατί, σε τετρακόσια χρόνια χριστιανικής παράδοσης, υπήρχε σαφής μαρτυρία για το πρόσωπο αλλά καμία -ούτε καν μερική- για κείμενα τόσο σημαντικά; Αν αυτό το Corpus, που κατά την πρόσληψη εκείνη απαρτιζόταν από τέσσερα βιβλία και δέκα επιστολές, αντιστοιχούσε πράγματι στον Διονύσιο της αφήγησης των Πράξεων των Αποστόλων –ο οποίος έγινε μαθητής του Παύλου και, ήδη σύζυγος της Δάμαρις, έφτασε να γίνει Επίσκοπος Αθηνών–, ο οιονεί αποστολικός χρόνος και τόπος μιας τέτοιας μορφής θα μετέφερε αμέσως αξιοσημείωτο κύρος στα γραπτά.
Ως κειμενικό τεκμήριο υπέρ προβλήθηκε ότι ο συγγραφέας του Corpus παρουσιάζεται: 1) κυριολεκτικά ο ίδιος με αυτό το όνομα στην Επιστολή VII · 2) έμμεσα ως τέτοιος, όταν αναφέρει την προσωπική του σχέση με αρκετούς από τους αποστόλους, όταν αφιερώνει τα βιβλία του στον απόστολο Τιμόθεο και γράφει επιστολές στον Τίτο (πρώτο επίσκοπο Κρήτης) –επίσης δύο μαθητές του Παύλου– και στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή (κατά την εξορία του στην Πάτμο)· και 3) μέσω άμεσων αναφορών σε γεγονότα της εποχής, όπως η έκλειψη στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου (κατά τον θάνατο του Χριστού) , και η παρουσία του ως αυτόπτη μάρτυρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μαζί με τον Ιάκωβο και τον Πέτρο.
Αν και αυτό το ψευδεπίγραφο είναι απίθανο για διάφορους λόγους που θα εκτεθούν παρακάτω, από την εμφάνισή του κατόρθωσε να ξεπεράσει διαλείπουσες υποψίες ψευδούς πατρότητας επί περισσότερα από χίλια χρόνια. Τα σχόλια του Ιωάννη Σκυθοπόλεως (περ. 548), αναμεμειγμένα αργότερα με εκείνα του Μαξίμου του Ομολογητή και του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως· οι αναφορές των παπών, του Γρηγορίου του Μεγάλου στην Ομιλία 34 (περ. 600) και του Μαρτίνου Α΄ στα Πρακτικά της Συνόδου του Λατερανού (649)· και η αποστολή του Corpus από τον Παύλο Α΄ στον Πιπίνο τον Βραχύ (περ. 760), του προσέδωσαν πλήρη εγκυρότητα για πολλά χρόνια.
Επιπλέον, στην ιδιαίτερη πρόκληση που αντιπροσωπεύουν αυτές καθαυτές μια «ύποπτη» όψιμη εμφάνιση και ένα «υπερβολικό» φορτίο νεοπλατωνικής γλώσσας για μια ορισμένη χριστιανική οπτική, προστίθεται μια συγκεχυμένη πολιτικοθρησκευτική πλοκή που εκτείνεται σε αρκετούς αιώνες, κινούμενη ανάμεσα στο επικό και το θρυλικό είδος.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τον «θρύλο» τον εγκαινιάζει ο ίδιος ο συγγραφέας του Corpus όταν παραθέτει, μέσα σε μία από τις πραγματείες του, μια επιστολή του Ιγνατίου Αντιοχείας που χρονολογείται περίπου στην εποχή του θανάτου του Ιγνατίου, μεταξύ 107 και 110, γεγονός που θα έφερνε ήδη τον πραγματικό Αρεοπαγίτη σε ηλικία πολύ πάνω από τα εκατό έτη. Επιπλέον, ένα χρονικό του 13ου αιώνα αφηγείται πώς ο Διονύσιος, πληροφορούμενος υποτίθεται τη φυλάκιση του Παύλου στη Ρώμη, αναχωρεί προς τα εκεί και στη συνέχεια αποστέλλεται από τον Πάπα Κλήμη ως ευαγγελιστής των Γαλατών μαζί με τον Ρουστικό και τον Ελευθέριο, όπου και οι τρεις συλλαμβάνονται και εκτελούνται το έτος 96. Η αφήγηση αυτή συνεχίζεται με ορισμένα θαύματα και διονυσιακές αποκαλύψεις που διατρέχουν τη θρησκευτική ιστορία της Γαλλίας και έγιναν πολύ δημοφιλή στον Μεσαίωνα. Στην ίδια γραμμή, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ταυτίζεται με τον Διονύσιο που πράγματι στάλθηκε από τον Πάπα Φαβιανό –επίσης μαζί με αυτούς τους συντρόφους– ως ευαγγελιστής των Γαλατών, αλλά στα μέσα του 3ου αιώνα. Αυτός θα ήταν ασφαλώς ο Άγιος Διονύσιος, πρώτος επίσκοπος της Λουτητίας (Παρισίων), που μαρτύρησε και πέθανε το έτος 270, στον λόφο που αργότερα ονομάστηκε Μονμάρτρη σε ανάμνηση αυτών των γεγονότων. Επομένως, αν υπήρχε πραγματική ταύτιση, δεν θα είχαμε μόνο ένα πρόσωπο άνω των τριακοσίων ετών, αλλά και μια σχεδόν πανταχού παρούσα δράση σε αυτούς τους τόπους και χρόνους –και σχεδόν τρεις ημερομηνίες θανάτου. Αυτή η υπερβολική μεσαιωνική κατασκευή είναι ένα αβίαστο σφάλμα που απορρέει άμεσα από την Passio Sanctissimi Dionysii του Χιλδουίνου, ηγουμένου του Saint Denys από το 815 (πέθ. 840), ο οποίος παρέλαβε τα χειρόγραφα του Corpus που είχε παραδώσει ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός στον Λουδοβίκο τον Ευσεβή το 827. Ο Χιλδουίνος συγκρότησε μια ομάδα για να εκπονήσει μια λατινική μετάφραση του Corpus (831-835), η οποία αποδείχθηκε αμφιβόλου ποιότητας. Η κίνησή του εντασσόταν σε μια διπλή εκστρατεία: να αυξήσει την κεντρικότητα του αββαείου του, όπου βασιλικά μαυσωλεία και διονυσιακά λείψανα επέτρεπαν τη σύνδεση των Γαλατών βασιλέων με την ιστορία του μάρτυρα Διονυσίου, ενός οιονεί αποστόλου· και επίσης την πολιτική βούληση των Φράγκων βασιλέων να επιβεβαιώσουν τη θέση τους και να προσδώσουν πρωτείο στους «δικούς» τους Πάπες στη Γαλλία, σε καλύτερη σχέση με την Ανατολή παρά με τη Ρώμη.
Χωρίς να επεκταθούμε στο ζήτημα, δεδομένου ότι οι πηγές που ήδη παρατέθηκαν αποδίδουν με πληρότητα τη διαφορά ανάμεσα σε θρύλο και ιστοριογραφία, αρκεί να τονιστεί ένα όχι ασήμαντο σημείο: οι λογοτεχνικές, φιλοσοφικές και θεολογικές αρετές του Corpus, το οποίο ξεπέρασε αυτή τη διπλή ή τριπλή πλαστοπροσωπία, η οποία για οποιοδήποτε άλλο κείμενο μικρότερης αξίας θα σήμαινε πλήρη ανυποληψία και πιθανή λήθη.
Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι στο κείμενο αποδόθηκε αυξανόμενο κύρος χάρη στην παρουσία του στα Πρακτικά της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 553, όπου εντοπίζονται δάνεια από τη διδασκαλία του Διονυσίου σχετικά με την ιεραρχική διάκριση των αγγέλων· και στη Δύση, στη Σύνοδο του Λατερανού του 649, γίνεται ήδη εκτενής αναφορά και παράθεση του Διονυσίου. Στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, που έλαβε χώρα στη Νίκαια το 787, ο Διονύσιος αναγνωρίζεται πλέον ανοιχτά ως θεολογική αυθεντία και κριτήριο σύγκρισης για τη διάκριση της αλήθειας.
Εξάλλου, χάρη στην παρισινή πρόσληψη του κειμένου διαθέτουμε την πρώτη ορθή και σχολιασμένη λατινική μετάφραση: εκείνη που ζήτησε ο Κάρολος ο Φαλακρός από τον Ιωάννη Σκώτο Εριουγένη (περ. 862-866), ο οποίος αργότερα εκπόνησε και δεύτερη, καλύτερης ποιότητας και με μεγάλη μεταγενέστερη επίδραση. Μάλιστα, το 1167, ο Ιωάννης Σαρακηνός θα έχει μπροστά του αυτή τη μετάφραση όταν θα εκπονήσει τη δική του, επιδιώκοντας να «δυτικοποιήσει» περισσότερο το περιεχόμενο. Για αυτή τη μεταγενέστερη τύχη και για άλλες τεράστιες επιδράσεις δεν θα γίνει λόγος στην παρούσα διατριβή, της οποίας ο περιορισμός εύρους αποκλείει τις πολλαπλές προσλήψεις του Corpus και τις απολήξεις τους.
Κατά τη στιγμή της συγγραφής της παρούσας ερευνητικής εργασίας, η πραγματική ταυτότητα του συγγραφέα του Corpus Dionysiacum –σήμερα, κατά τεκμήριο, Σύρου μοναχού– παραμένει ανοιχτό ζήτημα και, συγχρόνως, αντικείμενο διαρκούς αντιπαράθεσης. Αν και το ζήτημα αυτό δεν είναι κεντρικό για μια ανάλυση της μεταφυσικής του φωτός στο Corpus και στις πηγές του –κυρίως ενόψει των σημερινών βεβαιοτήτων ως προς τη χρονολόγηση , τη δομή και τις κειμενικές προσλήψεις–, είναι σκόπιμο να γίνει μια ελάχιστη αναφορά στην κατάσταση του ζητήματος σε αυτό το σημείο.
Καταρχάς, αν και η οριστική χρονολόγηση, που αναπτύχθηκε ανεξάρτητα από τους Koch και Stiglmayr με βάση την κειμενική αντιστοιχία ενός μέρους του Βιβλίου IV του De divinis nominibus –του ίδιου του πυρήνα του έργου– με το De malorum subsistentia του Πρόκλου , επιτρέπει, μαζί με άλλα πραγματολογικά δεδομένα , να αποδοθεί στη σύνθεση μια πολύ προσεγγιστική χρονολογία, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ρίχνει ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα ως προς τον συγγραφέα του. Οι μελέτες που παρουσιάστηκαν επιτρέπουν να τεθεί ένα κατώτερο όριο για τη χρονολογία σύνθεσης μεταξύ 476-485 και ένα ανώτερο μεταξύ 518-528. Επίσης, με μεγαλύτερη ακρίβεια, γνωρίζουμε σήμερα ότι μεταξύ των ετών 532 και 536 το Corpus Dionysiacum μεταφράστηκε ολόκληρο στα συριακά από τον ιερέα και ιατρό Σέργιο Ρεσαίνης (πέθ. 536). Ως στοιχεία εύλογης τεκμηρίωσης μπορούν να προταθούν, για το κατώτερο όριο: η αναφορά στο De ecclesiastica hierarchia στο σύμβολο της πίστεως του Πέτρου του Γναφέως, που προτάθηκε το 511· και για το ανώτερο: ο κολοφώνας της συριακής μετάφρασης της πραγματείας του Σεβήρου Αντιοχείας, όπου εμφανίζεται το πρώτο γνωστό παράθεμα από το Corpus, έτος 528.
Η σοβαρότητα της εργασίας του Stiglmayr είναι αναγνωρισμένη, αλλά η υπόθεσή του ότι ο συγγραφέας του Corpus δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Σεβήρο δεν έχει γνωρίσει ευρεία αποδοχή. Κατά κάποιον τρόπο, δεν είναι παράλογη, αφού ένα μέρος των πρώτων μαρτυριών παραπέμπει πάντοτε στο ίδιο πρόσωπο και στον ίδιο τόπο. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Stiglmayr παρέχει άφθονες ενδείξεις συμφωνίας χρόνων, τόπων και προσώπων ώστε να υποτεθεί η ταύτιση, αλλά κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν κρίθηκε καταληκτικό, και μια αρκετά λεπτομερής κριτική ανάλυση αυτών και των αντίθετών τους μπορεί να βρεθεί στο έργο του Devresse. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Σέργιο Ρεσαίνης, τον οποίο υποψιάστηκαν κάποτε οι von Balthasar και Hausherr, με το σκεπτικό ότι η πρώιμη μετάφρασή του στα συριακά θα μπορούσε στην πραγματικότητα να σημαίνει ότι υπάρχει ένας και ο αυτός συγγραφέας και για τις δύο γλώσσες. Οι υποθέσεις ταύτισης ξεπερνούν τη δωδεκάδα «γνωστών» υποψηφίων, σε ένα εύρος που ξεκινά από τους δύο προαναφερθέντες και έναν άλλο Διονύσιο, ηγούμενο στη Ρινοκόρουρα, που πρότεινε ο Hipler, και φτάνει μάλιστα σε δύο επιλογές οι οποίες, για αντίθετους λόγους, συμπίπτουν στο ότι δεν παραπέμπουν πλέον σε έναν μοναδικό συγγραφέα αλλά σε ένα σύνολο συντακτών.
Στο ένα άκρο, ο Mazzucchi , και στη συνέχεια ο Lankila , υποστηρίζουν αυτό που ονομάστηκε «κρυπτοπαγανιστική υπόθεση». Σύμφωνα με αυτήν, ο ίδιος ο Δαμάσκιος –ή, πιθανότερα, διάφορα μέλη μιας Ακαδημίας–, μπροστά στην απώλεια της επιρροής τους απέναντι στον ανερχόμενο χριστιανισμό, επιχειρούν να διαφυλάξουν θεμελιώδεις ιδέες του νεοπλατωνισμού, διεισδύοντας κατά κάποιον τρόπο στις χριστιανικές διδασκαλίες με την ορολογία και τις έννοιες που τους είναι οικείες.
Αντίστροφα, ο Mainoldi , ο οποίος συνοψίζει την παρατεταμένη διαμάχη της εποχής γύρω από τον μονοφυσιτισμό, προτείνει την ύπαρξη μιας εκδοτικής ομάδας μοναχών στη μονή συριακής προέλευσης που συντηρούσε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός στο ανάκτορο του Ορμίσδα, με στόχο να παραγάγει –με βάση το έργο ενός πρώην μαθητή του Δαμασκίου ονόματι Ηγίας– ένα οιονεί κανονικό κείμενο, του οποίου το αδιαμφισβήτητο κύρος θα ευνοούσε τη μονοφυσιτική διδασκαλία ενάντια σε όσα είχε αποφασίσει η Χαλκηδόνα.
Σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι αντιφάσεις ή οι ασυνέπειες του ίδιου του αρεοπαγιτικού κειμένου, το οποίο αναφέρει βιβλία του συγγραφέα του που έχουν σίγουρα χαθεί –πιθανότατα ανύπαρκτα– ή αδύνατες προσωπικές επαφές με πρόσωπα του 1ου αιώνα, είναι αναγκαίο να στηριχθεί κανείς στην εμπειρία της ανάγνωσης και της μακράς εξοικείωσης με το κείμενο. Η άμεση έκθεση στο έργο δεν δημιουργεί την εντύπωση ότι βρίσκεται κανείς μπροστά σε διαφορετικές φωνές ή σε ένα πλέγμα μονάδων μεγαλύτερου ή μικρότερου μεγέθους που προέρχονται από διαφορετικές γραφίδες. Γίνεται αισθητή –και μένει στον αναγνώστη– η πεποίθηση ότι βρίσκεται κανείς μπροστά στο ίδιο υποκείμενο –υπερχειλισμένο και υπερχειλίζον– μιας μοναδικής εμπειρίας και με έναν μόνο στόχο: τη θεωρητική και μυσταγωγική θεμελίωση της θέωσις.
Σε σχέση με το συγκεκριμένο αυτό σημείο, εδώ θα υιοθετηθεί η ερμηνεία που προτείνει ο von Balthasar ως προς την κενωτική πρόθεση του μοναχού συγγραφέα του Corpus, όταν υιοθετεί μια ταυτότητα –ακόμη και στο πλαίσιο μιας ορισμένης συνήθειας της εποχής– ως φόρο τιμής και ως γενεαλογία των γραπτών του. Σε αυτή την υπόθεση, η επιλογή του «Διονυσίου του Αρείου Πάγου» αποκτά πλήρες νόημα. Όχι επειδή επιδιώκει πρωτίστως το κειμενικό κύρος, αλλά επειδή η μορφή του αντιπροσωπεύει σαφώς την ταυτότητα του κειμένου και την πρόθεση του Corpus: ένας προσήλυτος Έλληνας, άμεσος μαθητής ενός προσήλυτου Ιουδαίου. Αυτή η σύγκλιση παραδόσεων: η χριστιανική θεολογία του Παύλου για την ιουδαϊκή έξοδο, αναδιατυπωμένη σε γλώσσα νεοπλατωνικής θεοποίησης, είναι εκείνη που γίνεται αισθητή όχι μόνο στην προθετικότητα αλλά και στη συγκεκριμένη έκφραση της εξαίσιας –και σύνθετης– κειμενικής διατύπωσης.
Μετά από έναν χειμώνα απόρριψης, στον οποίο το είχαν περιορίσει η ορθή χρονολόγηση του έργου του και η ετικέτα του ψευδο-, ο 20ός αιώνας εκδήλωσε αυξανόμενο ενδιαφέρον για το διονυσιακό σύμπαν, τις πηγές του και την οιονεί αντιφατική πρωτοτυπία του, συγχωνευμένα σε μια έκφραση χριστιανικού νεοπλατωνισμού. Το Corpus Dionysiacum απολαμβάνει σήμερα σημαντικό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον σε σύγκριση με το μέγεθος του γνωστού έργου. Το Corpus αυτό έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί αυτό καθαυτό μια επιτομή κεφαλαιώδους σημασίας, ως απόπειρα σύνθεσης ανάμεσα στη νεοπλατωνική φιλοσοφία και θεολογία του 6ου αιώνα και τις χριστιανικές πεποιθήσεις. Επίσης, δεν αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης μόνο λόγω της πρόσληψης και του σχολιασμού του ως οιονεί κανονικού κειμένου στον μεταγενέστερο Μεσαίωνα, αλλά και λόγω της ιδιαίτερης κληρονομιάς του στις φιλοσοφικές και θεολογικές παραδόσεις τις οποίες έκτοτε έχει επηρεάσει.
Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά την ακμή της πρόσληψής του, κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες της προηγούμενης χιλιετίας μοιράστηκε τη μοίρα εκείνων των έργων που θεωρούνται κυρίως ως κρίκοι πολιτισμικής ή στοχαστικής σύνδεσης ανάμεσα σε μεγάλες περιόδους. Είτε λόγω της ίδιας της φύσης του περιεχομένου τους είτε λόγω της προνομιακής ιστορικής τους θέσης, τα έργα αυτά προσεγγίζονται τις περισσότερες φορές δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο πόσο συγκεντρώνουν από τις πηγές τους και πόσο επηρεάζουν τις προσλήψεις τους, ενδεχομένως εις βάρος του εγγενούς πλούτου της πρωτοτυπίας και του ειδικού τους βάρους. Ευτυχώς, υπάρχει ήδη μια αξιόλογη παράδοση συγγραφέων του 20ού αιώνα που έχουν επαναξιολογήσει τον συγγραφέα του Corpus και το έργο του , όχι μόνο από ιστοριογραφική σκοπιά αλλά και μέσα από μια εις βάθος ανάλυση της δικής του φιλοσοφικής συμβολής. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο πλήθος των συμβολισμών και των νεολογισμών, αλλά κυρίως στην υφή της σύνθετης πρόζας του Corpus –η οποία, παρότι παραδίδεται σε έναν ορισμένο λυρισμό, δεν χάνει την εστίασή της στον στόχο της–, για να κατανοήσει ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο το οποίο, επεξεργαζόμενο προγενέστερα εννοιολογικά πρότυπα, τα υπερβαίνει και εμφανίζεται με μια ιδιαίτερη έλξη που το καθιστά μοναδικό.
Είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό, για όσους ασχολούνται με την παράδοση του μεσαιωνικού νεοπλατωνισμού, να βλέπουν τη σημασία που έχει αποκτήσει πρόσφατα η μορφή του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, όχι μόνο λόγω της σημαντικής επίδρασης της κληρονομιάς του στους μεσαιωνικούς αποδέκτες, αλλά και λόγω της ίδιας της μορφής του ως ύστερου αρχαίου θεολόγου και φιλοσόφου. Επιπλέον, μπορεί να αναφερθεί ότι η Διεθνής Εταιρεία Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας (SIEPM, Leuven) αφιέρωσε δύο διεθνή συνέδρια στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, το 1999 και το 2019 . Παράλληλα, μία από τις σημαντικότερες συναντήσεις γύρω από τον συγγραφέα αυτόν, τις παραδόσεις και τους ερμηνευτές του, πραγματοποιήθηκε το 2016 στην Οξφόρδη. Τα πρακτικά του Συνεδρίου αυτού, μαζί με άλλες συμβολές, κατέληξαν σε μια δημοσίευση που αποτελεί απαραίτητη βιβλιογραφική αναφορά για το θέμα.
Δεδομένης της απουσίας μιας ακριβούς βιογραφίας του συγγραφέα του Corpus –πέρα από τις εικασίες που αναφέρθηκαν–, η σχέση με τις πηγές του εξαρτάται από μια ισχυρή τεκμηρίωση της σύνδεσης μέσω διασταυρούμενων παραπομπών, συσχέτισης δομής, λόγου και, κυρίως, μορφοσύνταξης των κειμένων. Ως προς τα τελευταία, αξίζει να επισημανθεί η σημασία των πρόσφατων κριτικών εκδόσεων των Suchla και Heil-Ritter για την παρούσα εργασία και, δευτερευόντως, η συλλογή λατινικών μεταφράσεων του Chevallier · καθώς και η επιστημονική αξία των ισπανικών μεταφράσεων του Cavallero , οι οποίες προσφέρουν μια πιο κατά λέξη απόδοση και ένα εξαιρετικό κριτικό και γλωσσικό υπόμνημα.
Η Suchla ορίζει το CD ως a self-contained collection of treatises and letters. Για να σχηματίσει κανείς μια εικόνα των φυσικών του διαστάσεων: με απλή γραμματοσειρά και κανονικό διάστιχο, μια πλήρης έκδοση χωρίς υπόμνημα και παραπομπές μόλις φτάνει τις διακόσιες σελίδες (περίπου 6.300 γραμμές). Στον παρισινό κώδικα πρόκειται για ακριβώς 216 φύλλα περγαμηνής. Οι πραγματείες, που αποτελούν σχεδόν το σύνολο του CD, αφού αντιστοιχούν στο ενενήντα τοις εκατό, ανήκουν στο λογοτεχνικό είδος του ελληνικού διαλόγου, με αφιέρωση στον συνομιλητή. Οι επιστολές, παραδόξως για κάποιον που θα επεδίωκε μια οιονεί αποστολική «πλαστοπροσωπία» απευθύνοντάς τες σε μαθητές του 1ου αιώνα, δεν ακολουθούν –με εξαίρεση την Επιστολή X– τον κανόνα του εναρκτήριου χαιρετισμού, του κυρίως σώματος και της καταληκτικής δοξολογίας της ευαγγελικής επιστολής, αλλά τη λογοτεχνική μορφή της αλληλογραφίας της ελληνικής παράδοσης.
Το ειδικό βάρος της πραγματείας De mystica theologia στο διονυσιακό σύστημα είναι τεράστιο, αν ληφθεί υπόψη ότι αποτελείται από ελάχιστες μόνο σελίδες, που αντιστοιχούν στο τρία τοις εκατό του συνόλου του Corpus. Όσον αφορά την εκτενέστερη πραγματεία του CD, με θέμα τα θεία ονόματα, ο Dillon την έχει ήδη παρουσιάσει ως μια συζήτηση εδραιωμένη στην αρχαία φιλοσοφία, την οποία ανέλαβε ο Πλάτων σε δύο έργα του –Cratylus και Parmenides–, και από το τελευταίο την παραλαμβάνει ο Πρόκλος, όπως και ο Διονύσιος . Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Louth , η πρόθεση του συγγραφέα του Corpus διαφέρει από εκείνη των προκατόχων του: πρόκειται για την τακτική έκθεση των θείων ονομάτων που φανερώνουν την αιτιότητα του Θεού σε σχέση με τα κτίσματα.
Όπως συμβαίνει και με το De divinis nominibus, αν ληφθεί υπόψη η πλατωνική παράδοση του Timaeus –με τις νεοπλατωνικές επαναναγνώσεις του και τα ποικίλα σχόλια– και η νεοπλατωνική παράδοση από τις Enneades και εξής, οι θεματικές –όχι η πραγμάτευση– των De caelestibus hierarchia και De ecclesiastica hierarchia είναι ελάχιστα πρωτότυπες. Ωστόσο, ο τρόπος παρουσίασης, το πρωτότυπο λεξιλόγιο και η ισορροπία των κληροδοτημάτων με τα οποία ο Διονύσιος προσεγγίζει τα θέματα αυτά είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Bucur παρατηρεί ότι ο Διονύσιος οφείλει στον Κλήμη όχι μόνο την επιμονή στο θείο άρρητο για την εξισορρόπηση του ανθρωπομορφισμού της Γραφής, αλλά και την πρώτη σύλληψη μιας ουράνιας ιεραρχίας, αν και προφανώς όχι με αυτό το όνομα, το οποίο επινοεί και κληροδοτεί ο συγγραφέας του Corpus.
Αν κανείς θεωρούσε ότι ο αποφατισμός του Διονυσίου είναι εντελώς πρωτότυπος –ή μια νεοπλατωνική καινοτομία ξένη προς το πνεύμα του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού–, αρκεί να διαπιστώσει την ενσωμάτωση πηγών που είχαν ήδη πραγματοποιήσει ο Φίλων και ο Κλήμης, για να καταλήξει στο αντίθετο. Ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, ο συγγραφέας του Corpus είναι: πρώτον, ένας έξοχος επιμελητής των μεγάλων προϋπαρχουσών παραδόσεων· δεύτερον, ένας εξαιρετικός συνθέτης που τις εναρμονίζει σε τέτοιο βαθμό ώστε, εκ πρώτης όψεως, σχεδόν όλα να φαίνονται ανανεωμένα, ενώ, αν εμβαθύνει κανείς, γίνεται φανερό το παραληφθέν, με προσαρμογές αλλά χωρίς εννοιολογικό συμβιβασμό· και τρίτον, ένας σολίστ που προσθέτει επιπλέον τη δική του συμβολή, ώστε να διορθώσει το παραληφθέν όπου το κρίνει σκόπιμο (είτε από τον Ωριγένη είτε από τον Πρόκλο) και να ολοκληρώσει το έργο κατά βούληση.
Στην ίδια γραμμή που ακολούθησαν οι κλασικοί μελετητές του Διονυσίου, μπορεί κανείς να δει πώς ένας Riggs, πιο κοντά χρονικά, αναγνωρίζει ότι το αρεοπαγιτικό σύστημα είναι μια σύγκλιση χριστιανικών και πλατωνικών παραδόσεων, επισημαίνει όμως ότι, στο πρώτο σωζόμενο χειρόγραφο του Corpus, αυτό γίνεται πιο αποδεκτό λόγω της έμφασης στον «χριστιανικό τόνο» του, κάτι που επιτυγχάνεται με την προσθήκη τριών έργων του Ιωάννη Φιλοπόνου και των σχολίων του Ιωάννη Σκυθοπόλεως. Επίσης, σε σχέση με τη χριστιανική παράδοση, ο Constas υποστηρίζει ότι ο Διονύσιος όχι μόνο εκμεταλλεύεται μια πλασματική σύνδεση με τον Παύλο, αλλά αναπτύσσει πράγματι μια μελετημένη ερμηνευτική των γραπτών του. Ταυτόχρονα, μπορεί να διαπιστωθεί στην Ramelli, η οποία έχει αφιερώσει πολλή έρευνα στην επίδραση της μεταφυσικής του Ωριγένη στην ευαγριανή πνευματικότητα, η αναμφισβήτητη συμβολή και των δύο στη θεωρησιακή φιλοσοφία του Διονυσίου.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως και με τη μυστική προσέγγιση ορισμένων θεμάτων από τον συγγραφέα του Corpus, δεν μπορεί να γίνει παραπομπή μόνο σε μια γλώσσα γνωστικής μύησης ή νεοπλατωνικής θεουργίας, ούτε η αποφατική του θεολογία είναι εξ ολοκλήρου πλατωνική ή πλωτινική. Οι χριστιανικές επεξεργασίες του πλατωνισμού που προσέφεραν οι Καππαδόκες Πατέρες αποτελούν αναπόφευκτες επιδράσεις σε αυτές τις δύο κεντρικές πτυχές. Τα αδέλφια Βασίλειος Καισαρείας (329-379) και Γρηγόριος Νύσσης (335-394), μαζί με τον φίλο τους Γρηγόριο Ναζιανζηνό (330-389), συμμετείχαν στις δογματικές συζητήσεις του 4ου αιώνα και θεωρούνται αταλάντευτοι υπέρμαχοι της αναδυόμενης ορθοδοξίας.
Και τέλος, και οι τρεις, αλλά ιδιαίτερα ο Γρηγόριος Νύσσης, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της διονυσιακής αποφατικής θεολογίας. Μπορεί να διαπιστωθεί μια ισχυρή σχέση ανάμεσα στον στοχασμό του Γρηγορίου για την ανάβαση του Μωυσή στο όρος Σινά και τις υποδείξεις του Διονυσίου για τη διείσδυση στο σκότος των Γραφών. Αναμφίβολα, όπως θα φανεί παρακάτω, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η ακριβής μορφή της πρόσληψης, η επίδραση των De vita Moysis και In Canticum Canticorum στη μεταφυσική του φωτός του Αρεοπαγίτη είναι τεράστια. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί μια ευρύτερη επίδραση, με βάση το Κατά Ευνομίου και άλλα γραπτά, όπου η έμφαση του Γρηγορίου δίνεται στην αδυναμία της γλώσσας να συλλάβει επαρκώς την ουσία του Θεού. Αυτή είναι σαφώς μια άμεση πηγή του αποφατισμού του Διονυσίου. Όμως ο Γρηγόριος τονίζει επίσης ότι η εννοιολογική γλώσσα μπορεί να είναι αληθής υπό κάποια έννοια και ότι, βεβαιώνοντας τις ενέργειες του Θεού στον κόσμο, οι χριστιανοί αποκτούν μια «αίσθηση παρουσίας» εκείνου που βρίσκεται πέρα από αυτούς. Η μέθοδος του Διονυσίου να καταφάσκει και να αποφάσκει κάθε όνομα του Θεού, ώστε να επιτύχει μια μείζονα αγνωσία καὶ ἔστιν αὖθις ἡ θειοτάτη θεοῦ γνῶσις ἡ δι ̓ ἀγνωσίας γινωσκομένη, οφείλει επομένως πολλά στην επιμονή του Γρηγορίου τόσο στην αναγκαιότητα της γλώσσας όσο και στην ανεπάρκειά της. Με αυτόν τον τρόπο, διαποτίζει τον στόχο του συγγραφέα του Corpus να δείξει, με την ελληνική υφή αλλά στο πλαίσιο της θεολογίας της Εξόδου, τα ονόματα με τα οποία ο Θεός έχει αποκαλυφθεί. Έτσι, ενώ υποδεικνύει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και μια οδό ανύψωσης έως Αυτόν, λέει-χωρίς-να-λέει ποιος είναι ο Θεός.
Αν και δεν αναμένεται η Βίβλος και οι Καππαδόκες να είναι η μοναδική πηγή της σημασιολογίας του Corpus, ο Stang βρίσκει εκπληκτικό ότι ο Διονύσιος δανείζεται τόσο ανοιχτά το λεξιλόγιο των νεοπλατωνικών. Παρά ταύτα, μια ορισμένη προτεραιότητα των χριστιανικών προκειμένων τον οδηγεί –όπως επισημαίνουν οι Edwards και Dillon– να συγχωνεύσει το Άρρητο με το βασίλειο του είναι και να καταστήσει τον ίδιο τον Θεό μοναδικό υποκείμενο της θεουργίας, με αποτελέσματα που μοιάζουν πολύ περισσότερο με το De misteriis του Ιαμβλίχου παρά με τον Πρόκλο.
Οι αμφιβολίες για το αν το ελληνικό κείμενο που έχει παραδοθεί είναι το πρωτότυπο θα ήταν δικαιολογημένες, ακόμη και αν δεν υπήρχε μια συριακή μετάφραση η οποία, κατά ορισμένους μελετητές, φαίνεται να παρέχει ενδείξεις για πρωιμότερες αναγνώσεις. Η τρέχουσα συζήτηση μεταξύ των ακαδημαϊκών για το θέμα αυτό είναι πολύ έντονη, και μπορεί κανείς να ανατρέξει σχετικά στις αντιτιθέμενες παρατηρήσεις των Perczel και Fiori. Παρομοίως, είναι σήμερα σαφές για τους ειδικούς σε ποιο βαθμό ο Διονύσιος οφείλει σε μια φιλοσοφία βασισμένη στις νεοπλατωνικές επαναναγνώσεις –ιδίως του Πρόκλου στο In Platonis Cratylus commentaria και στη Theologia Platonica του, από όπου αντλεί δομή και κείμενο– και, επιπλέον, σε μια αποφατική θεολογία την οποία φροντίζει να οδηγήσει σε μια νέα έκφραση . Κατά κάποιον τρόπο, είναι παρούσα στο Corpus μια ενοποιητική διαδρομή της κληρονομιάς από τον Πλάτωνα έως τον Πρόκλο και από την αρχική πλατωνική θεολογία έως την ύστερη θεολογική μυστική, αλλά με τη μορφή ενός χριστιανικού τριαδικού νεοπλατωνισμού.
Εξάλλου, δεν θα ήταν λανθασμένο να υποτεθεί μια σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα του Corpus και τον Δαμάσκιο. Ιδιαίτερα όταν η ανάλυση του Lilla επισημαίνει τις κειμενικές γραμμές των De primis principiis και In Parmenidem ως επίδραση του Δαμασκίου στον Διονύσιο, ακόμη και πάνω από εκείνες του Πρόκλου και άλλων νεοπλατωνικών. Ο Lilla παραθέτει μια σειρά θεμάτων σύγκλισης και απόκλισης ανάμεσα στους δύο συγγραφείς. Πρώτον, την επίδραση του Ένα-Όλα ἓν πάντα του πλαισίου του Δαμασκίου στον Διονύσιο και την ομοιότητα της πρώτης αρχής του Δαμασκίου ως του Άρρητου και της αποφατικής του οδού με την πρώτη αρχή και τη μέθοδο του συγγραφέα του Corpus. Επίσης, την επίδραση της αντίληψης του Δαμασκίου για την πρώτη νοητή τριάδα σε εκείνη του Διονυσίου.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν, η παρούσα ερευνητική εργασία δεν εντάσσεται σε εκείνους που τονίζουν μια ισχυρή συνέχεια ανάμεσα στον εθνικό νεοπλατωνισμό και τον «εκχριστιανισμό» αυτού του νεοπλατωνισμού, όπως οι Perl και Gersh, ούτε ευθυγραμμίζεται με εκείνους που τονίζουν μια ισχυρή ρήξη ανάμεσα στους εθνικούς νεοπλατωνικούς και τον Διονύσιο, όπως για παράδειγμα ο Golitzin. Εδώ θα υποστηριχθεί ότι συνέχειες, ρήξεις και πρωτοτυπίες μπορούν να επισημανθούν για κάθε συγκεκριμένο θέμα που εξετάζεται, διατηρώντας όμως, για τη συνολική θεώρηση, το ίδιο πνεύμα ενσωμάτωσης και συμπληρωματικότητας που μεταδίδει το ίδιο το Corpus Dionysiacum.
EH 372A – Cf. Ιακ. 1,17
Το Areopagiticum είναι ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα που αφιερώνεται στη διαφύλαξη, την έρευνα και τη διάδοση του Corpus Dionysiacum και της νεοπλατωνικής παράδοσης.
Η διεπιστημονική μας προσέγγιση, που βασίζεται στις Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες και σε προηγμένες τεχνολογίες όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, μας επιτρέπει να δημιουργούμε έναν χώρο για τη μελέτη των θεμελιωδών έργων του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και της κληρονομιάς του.




